polity
po
ˈpɒ
po
li
li
ty
ti
ti
policy

Ορισμός και σημασία του "polity"στα αγγλικά

01

πολιτική οντότητα, πολιτική κοινότητα

a politically organized entity such as a state, nation, or community 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
polities
Παραδείγματα
The European Union is a unique supranational polity. 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια μοναδική υπερεθνική πολιτική οντότητα.

02

πολιτεία, σύστημα διακυβέρνησης

the specific form or system of government of a society or institution 
Παραδείγματα
The church adopted a new polity emphasizing local autonomy. 

Η εκκλησία υιοθέτησε μια νέα πολιτική που τονίζει την τοπική αυτονομία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store