Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to polish up
01
βελτιώνω, τελειοποιώ
to improve something until it reaches a high level of quality or completeness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
polish
ενεστώτας
polish up
γ΄ ενικό πρόσωπο
polishes up
ενεστώτα μετοχή
polishing up
απλός αόριστος
polished up
παθητική μετοχή
polished up
Παραδείγματα
She wanted to polish up her skills before the piano recital.
Ήθελε να βελτιώσει τις δεξιότητές της πριν από το πιανιστικό ρεσιτάλ.
02
γυαλίζω, στιλβώνω
to rub or clean something to make it smooth and shiny
Παραδείγματα
She decided to polish up the old silverware before the dinner party.
Αποφάσισε να γυαλίσει τα παλιά ασημικά πριν από το δείπνο.



























