Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to polish up
[phrase form: polish]
01
βελτιώνω, τελειοποιώ
to improve something until it reaches a high level of quality or completeness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
polish
ενεστώτας
polish up
γ΄ ενικό πρόσωπο
polishes up
ενεστώτα μετοχή
polishing up
απλός αόριστος
polished up
παθητική μετοχή
polished up
Παραδείγματα
She spent the summer polishing up on her foreign language skills.
Πέρασε το καλοκαίρι βελτιώνοντας τις ξένες γλώσσες της.
02
γυαλίζω, στιλβώνω
to rub or clean something to make it smooth and shiny
Παραδείγματα
With the festival approaching, they polished up the brass instruments.
Με το φεστιβάλ να πλησιάζει, γυάλισαν τα χάλκινα όργανα.



























