polio
Pronunciation
/ˈpoʊɫiˌoʊ/
infantile paralysis

Ορισμός και σημασία του "polio"στα αγγλικά

01

πολιομυελίτιδα, πολιο

a disabling and life-threatening disease that causes nerve injuries leading to permanent paralysis, happens mostly in children younger than five
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Polio outbreaks declined after mass immunization.
Οι εκρήξεις της πολιομυελίτιδας μειώθηκαν μετά τον μαζικό εμβολιασμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store