police station
po
πα
lice
ˈli:s
λισ
sta
steɪ
στει
tion
ʃən
σαν

Ορισμός και σημασία του "police station"στα αγγλικά

Police station
01

αστυνομικό τμήμα, αστυνομικό σταθμό

the office where a local police works 
police station definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
police stations
Παραδείγματα
She went to the police station to report the theft of her bicycle. 

Πήγε στο αστυνομικό τμήμα για να αναφέρει την κλοπή του ποδηλάτου της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store