Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Polemic
01
πολεμική, αντιπαράθεση
a speech or piece of writing that strongly criticizes someone or something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
polemics
Παραδείγματα
His speech became a polemic about social inequality.
Η ομιλία του έγινε μια πολεμική για την κοινωνική ανισότητα.
02
πολεμιστής, διαφερομενιστής
a person who argues strongly in opposition to others, especially in matters of belief or doctrine
Παραδείγματα
He was a polemic challenging the dominant political ideology.
Ήταν ένας πολεμιστής που αμφισβητούσε την κυρίαρχη πολιτική ιδεολογία.
polemic
01
πολεμικός
involving rational arguments to support or oppose an opinion, usually the opposite of others'
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most polemic
συγκριτικός βαθμός
more polemic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The debate became increasingly polemic as the opposing sides argued passionately.
Η συζήτηση έγινε όλο και πιο πολεμική καθώς οι αντίπαλες πλευρές διαφωνούσαν με πάθος.
Λεξικό Δέντρο
polemical
polemicist
polemicize
polemic
polem



























