Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Polemic
01
πολεμική, αντιπαράθεση
a speech or piece of writing that strongly criticizes someone or something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
polemics
Παραδείγματα
His polemic against modern art sparked heated debate.
Η πολεμική του εναντίον της μοντέρνας τέχνης πυροδότησε έντονη συζήτηση.
02
πολεμιστής, διαφερομενιστής
a person who argues strongly in opposition to others, especially in matters of belief or doctrine
Παραδείγματα
The theologian was a noted polemic in religious debates.
Ο θεολόγος ήταν ένας γνωστός πολεμιστής στις θρησκευτικές συζητήσεις.
polemic
01
πολεμικός
involving rational arguments to support or oppose an opinion, usually the opposite of others'
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most polemic
συγκριτικός βαθμός
more polemic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
argumentation, discourse, communication
Παραδείγματα
The writer's polemic article sparked heated debates among readers.
Το πολεμικό άρθρο του συγγραφέα προκάλεσε έντονες συζητήσεις μεταξύ των αναγνωστών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
polemical
polemicist
polemicize
polemic
polem



























