Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
poisonous
01
δηλητηριώδης, τοξικός
(of an animal or insect) producing a substance that kills or harms a prey or an enemy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most poisonous
συγκριτικός βαθμός
more poisonous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Many people are afraid of the poisonous stingers of jellyfish.
Πολλοί άνθρωποι φοβούνται τα δηλητηριώδη κεντριά των μέδουσών.
02
δηλητηριώδης, τοξικός
consisting of toxic substances that can cause harm or death
Παραδείγματα
Be careful around those brightly colored mushrooms they arepoisonous!
Προσέξτε γύρω από αυτά τα έντονα χρωματισμένα μανιτάρια, είναι δηλητηριώδη!
03
δηλητηριώδης, τοξικός
not safe to eat
04
δηλητηριώδης, κακόβουλος
characterized by a strong intent to harm or cause trouble
Παραδείγματα
The gossip spread about her was poisonous and intended to ruin her reputation.
Οι φήμες που διαδόθηκαν γι' αυτήν ήταν δηλητηριώδεις και είχαν σκοπό να καταστρέψουν τη φήμη της.
Λεξικό Δέντρο
nonpoisonous
poisonously
poisonous
poison



























