Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Poison sumac
01
δηλητηριώδες σουμάκι, σουμάκι βάλτου
smooth American swamp shrub with pinnate leaves and greenish flowers followed by greenish white berries; yields an irritating oil
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
poison sumacs
02
δερματίτιδα από επαφή με δηλητηριώδες σουμάκι, ερεθισμός του δέρματος από δηλητηριώδες σουμάκι
dermatitis resulting from contact with a poison sumac plant



























