Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Poetic license
01
ποιητική άδεια, ποιητική ελευθερία
the freedom to deviate from facts, rules or conventional forms practiced by an artist or author in order to gain a desired effect
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























