Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Poetic justice
01
θεία δίκη, ό,τι έσπειρε θέρισε
a situation in which one believes that an unfortunate event that has happened to someone is well deserved
επιδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
poetic justices
Παραδείγματα
It was poetic justice when the scammer lost his own money in a fake investment.
Ο απατεώνας έχασε τα δικά του λεφτά σε ψεύτικη επένδυση — θεία δίκη.



























