poaching
poa
ˈpəʊ
pew
ching
ʧɪng
ching
coachingencroachingapproaching

Ορισμός και σημασία του "poaching"στα αγγλικά

01

ποσάρισμα, μαγείρεμα σε υγρό που βράζει σιγά

cooking in simmering liquid 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02

λαθροθηρία, παράνομο κυνήγι

the illegal hunting, capturing, or killing of wild animals, usually to sell them or their body parts 
Παραδείγματα
Poaching is a major threat to endangered animals. 

Η λαθροθηρία είναι μια σημαντική απειλή για τα απειλούμενα είδη ζώων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

poaching
poach
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store