Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Poaching
01
ποσάρισμα, μαγείρεμα σε υγρό που βράζει σιγά
cooking in simmering liquid
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
λαθροθηρία, παράνομο κυνήγι
the illegal hunting, capturing, or killing of wild animals, usually to sell them or their body parts
Παραδείγματα
Poaching is a major threat to endangered animals.
Η λαθροθηρία είναι μια σημαντική απειλή για τα απειλούμενα είδη ζώων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
poaching
poach



























