pluralism
plu
ˈplʊ
πλου
ra
ρα
li
ˌlɪ
λι
sm
zəm
ζαμ
/plˈɔːɹəlˌɪzəm/

Ορισμός και σημασία του "pluralism"στα αγγλικά

01

πλουραλισμός, ταυτόχρονη κατοχή πολλαπλών εκκλησιαστικών αξιωμάτων

the practice of holding multiple church offices or benefices simultaneously
Παραδείγματα
Church councils condemned pluralism to improve pastoral care.
Οι εκκλησιαστικές συνόδοι καταδίκασαν τον πλουραλισμό για τη βελτίωση της ποιμαντικής φροντίδας.
02

πλουραλισμός, πλουραλιστική δογματική

a philosophical doctrine that reality is composed of multiple fundamental substances or elements
Παραδείγματα
Pluralism contrasts with reductionist approaches in philosophy.
Ο πλουραλισμός αντιπαραβάλλεται με τις αναγωγικές προσεγγίσεις στη φιλοσοφία.
03

πλουραλισμός, πολυπολιτισμικότητα

a social or political system in which multiple racial, ethnic, religious, or cultural groups coexist and are tolerated
Παραδείγματα
Critics argue that pluralism can create social fragmentation if not managed well.
Οι κριτικοί υποστηρίζουν ότι ο πλουραλισμός μπορεί να δημιουργήσει κοινωνική κατακερματισμό εάν δεν διαχειριστεί καλά.

Λεξικό Δέντρο

pluralism
plural
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store