Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pluralism
01
πλουραλισμός, ταυτόχρονη κατοχή πολλαπλών εκκλησιαστικών αξιωμάτων
the practice of holding multiple church offices or benefices simultaneously
Παραδείγματα
Church councils condemned pluralism to improve pastoral care.
Οι εκκλησιαστικές συνόδοι καταδίκασαν τον πλουραλισμό για τη βελτίωση της ποιμαντικής φροντίδας.
02
πλουραλισμός, πλουραλιστική δογματική
a philosophical doctrine that reality is composed of multiple fundamental substances or elements
Παραδείγματα
Pluralism contrasts with reductionist approaches in philosophy.
Ο πλουραλισμός αντιπαραβάλλεται με τις αναγωγικές προσεγγίσεις στη φιλοσοφία.
Παραδείγματα
Critics argue that pluralism can create social fragmentation if not managed well.
Οι κριτικοί υποστηρίζουν ότι ο πλουραλισμός μπορεί να δημιουργήσει κοινωνική κατακερματισμό εάν δεν διαχειριστεί καλά.
Λεξικό Δέντρο
pluralism
plural



























