Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pluralism
01
πλουραλισμός, ταυτόχρονη κατοχή πολλαπλών εκκλησιαστικών αξιωμάτων
the practice of holding multiple church offices or benefices simultaneously
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The bishop was criticized for pluralism, overseeing three parishes at once.
Ο επίσκοπος επικρίθηκε για τον πλουραλισμό, επειδή επιβλέπει τρεις ενορίες ταυτόχρονα.
02
πλουραλισμός, πλουραλιστική δογματική
a philosophical doctrine that reality is composed of multiple fundamental substances or elements
Παραδείγματα
Ancient Greek philosophers debated pluralism versus monism.
Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι συζητούσαν τον πλουραλισμό έναντι του μονισμού.
Παραδείγματα
Modern democracies often embrace pluralism to protect minority rights.
Οι σύγχρονες δημοκρατίες συχνά υιοθετούν τον πλουραλισμό για την προστασία των δικαιωμάτων των μειονοτήτων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pluralism
plural



























