Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to plump up
01
φουσκώνω, αφραίνω
to make something fuller or fluffier by shaking or adjusting it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
plump
ενεστώτας
plump up
γ΄ ενικό πρόσωπο
plumps up
ενεστώτα μετοχή
plumping up
απλός αόριστος
plumped up
παθητική μετοχή
plumped up
Παραδείγματα
She decided to plump the pillow up before guests arrived.
Αποφάσισε να φουσκώσει το μαξιλάρι πριν φτάσουν οι επισκέπτες.
02
παχαίνω, στρογγυλεύομαι
to gain weight or become fuller in physical appearance
Παραδείγματα
He has plumped up a bit since we last met; he must be eating well.
Έχει παρει λίγο από την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε; πρέπει να τρώει καλά.



























