Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to plump for
01
επιλέγω, αποφασίζω για
to choose something or someone, often after careful consideration
Dialect
British
Transitive: to plump for an option
Παραδείγματα
After reviewing the menu, she decided to plump for the vegetarian option.
Αφού εξέτασε το μενού, αποφάσισε να επιλέξει τη χορτοφαγική επιλογή.
02
επιλέγω, εκφράζω υποστήριξη για
to express support for a person or idea
Dialect
American
Transitive: to plump for sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
plump
ενεστώτας
plump for
γ΄ ενικό πρόσωπο
plumps for
ενεστώτα μετοχή
plumping for
απλός αόριστος
plumped for
παθητική μετοχή
plumped for
Παραδείγματα
The team plumped for the idea of a team-building retreat next month.
Η ομάδα υποστήριξε την ιδέα μιας υποχώρησης ομαδοσυντήρησης τον επόμενο μήνα.



























