Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to plump for
[phrase form: plump]
01
επιλέγω, αποφασίζω για
to choose something or someone, often after careful consideration
Dialect
British
Transitive: to plump for an option
Παραδείγματα
When selecting a new phone, he decided to plump for the model with the best camera features.
Όταν επέλεξε ένα νέο τηλέφωνο, αποφάσισε να επιλέξει το μοντέλο με τα καλύτερα χαρακτηριστικά κάμερας.
02
επιλέγω, εκφράζω υποστήριξη για
to express support for a person or idea
Dialect
American
Transitive: to plump for sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
plump
ενεστώτας
plump for
γ΄ ενικό πρόσωπο
plumps for
ενεστώτα μετοχή
plumping for
απλός αόριστος
plumped for
παθητική μετοχή
plumped for
Παραδείγματα
The board members plumped for the merger after a long discussion.
Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου υποστήριξαν τη συγχώνευση μετά από μια μεγάλη συζήτηση.



























