plumbing
plumbing
'plʌmɪng
plaming
plungingplumping

Ορισμός και σημασία του "plumbing"στα αγγλικά

01

υδραυλικές εγκαταστάσεις, σύστημα σωληνώσεων

the system of pipes for the distribution of water in a building 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The plumbing in the old house needed extensive repairs due to leaks and corrosion. 

Ο σωλήνας του παλιού σπιτιού χρειαζόταν εκτενείς επισκευές λόγω διαρροών και διάβρωσης.

02

υδραυλική, εγκατάσταση σωληνώσεων

the occupation of installing and repairing pipes and fixtures for water, gas, or sewage in buildings 
Παραδείγματα
He learned plumbing from his father, who ran a small repair business. 

Έμαθε υδραυλικά από τον πατέρα του, που διεύθυνε μια μικρή επιχείρηση επισκευών.

03

βυθομέτρηση, μέτρηση βάθους

the act or process of measuring the depth of water, especially in the ocean 
Παραδείγματα
Early sailors relied on simple plumbing techniques using weighted lines. 

Οι πρώτοι ναυτικοί βασίζονταν σε απλές τεχνικές μέτρησης βάθους χρησιμοποιώντας βαρυσήμαντες γραμμές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store