Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to plug into
[phrase form: plug]
01
συνδέω, βάζω στην πρίζα
to connect an electrical device to a power source by inserting its plug into an outlet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
plug
ενεστώτας
plug into
γ΄ ενικό πρόσωπο
plugs into
ενεστώτα μετοχή
plugging into
απλός αόριστος
plugged into
παθητική μετοχή
plugged into
Παραδείγματα
Every time I travel abroad, I struggle to plug into different types of electrical outlets.
Κάθε φορά που ταξιδεύω στο εξωτερικό, δυσκολεύομαι να συνδέσω σε διαφορετικούς τύπους ηλεκτρικών πριζών.
02
συνδέω, βάζω στην πρίζα
to connect a device to a power source or another device for it to function
Παραδείγματα
The speaker needs to plug into the computer to play sound.
Το ηχείο πρέπει να συνδεθεί στον υπολογιστή για να παίξει ήχο.



























