to plug into
plug
plʌg
plag
in
ɪn
in
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "plug into"στα αγγλικά

to plug into
01

συνδέω, βάζω στην πρίζα

to connect an electrical device to a power source by inserting its plug into an outlet 
to plug into definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
plug
ενεστώτας
plug into
γ΄ ενικό πρόσωπο
plugs into
ενεστώτα μετοχή
plugging into
απλός αόριστος
plugged into
παθητική μετοχή
plugged into
Παραδείγματα
I need to plug my phone into the charger; it's almost dead. 

Πρέπει να συνδέσω το τηλέφωνό μου στο φορτιστή· είναι σχεδόν άδειο.

02

συνδέω, βάζω στην πρίζα

to connect a device to a power source or another device for it to function 
Παραδείγματα
Modern headphones can plug into both mobile devices and computers seamlessly. 

Τα μοντέρνα ακουστικά μπορούν να συνδεθούν τόσο με κινητές συσκευές όσο και με υπολογιστές απρόσκοπτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store