plover
plo
ˈplə
πλα
ver
vɜr
βερρ
/plˈʌvɐ/

Ορισμός και σημασία του "plover"στα αγγλικά

01

πλουμίστρα, αμμοπελλούδα

a small shorebird with a short hard-tipped bill and a stout build
plover definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plovers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store