backstop
Pronunciation
/ˈbækˌstɑp/

Ορισμός και σημασία του "backstop"στα αγγλικά

01

δίκτυο ασφαλείας, προληπτικό μέτρο

a precaution in case of an emergency
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
backstops
02

πίσω φράχτης, προστατευτικό δίχτυ

(baseball) the fence or wall behind home plate that stops wild pitches and protects spectators
Παραδείγματα
The pitcher threw a wild pitch that rebounded off the backstop.
Ο βάλλων έριξε μια άγρια μπάλα που αναπήδησε από το πλέγμα προστασίας.
03

παγιδευτής, catcher

(baseball) the catcher, who stands behind home plate and is responsible for catching pitches, preventing passed balls, and managing the defense
Παραδείγματα
The backstop's leadership behind the plate helped guide the pitching staff through tough situations.
Η ηγεσία του παγιδευτή πίσω από την πλάκα βοήθησε να καθοδηγήσει το προσωπικό των ρίψεων μέσα από δύσκολες καταστάσεις.
to backstop
01

λειτουργώ ως ασφάλεια, ενεργώ ως εγγύηση

act as a backstop
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
backstop
γ΄ ενικό πρόσωπο
backstops
ενεστώτα μετοχή
backstopping
απλός αόριστος
backstopped
παθητική μετοχή
backstopped
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store