Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Backstop
01
δίκτυο ασφαλείας, προληπτικό μέτρο
a precaution in case of an emergency
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
backstops
02
πίσω φράχτης, προστατευτικό δίχτυ
(baseball) the fence or wall behind home plate that stops wild pitches and protects spectators
Παραδείγματα
He retrieved the ball quickly after it hit the backstop.
Ανέκτησε γρήγορα την μπάλα αφού χτύπησε το πλέγμα προστασίας.
03
παγιδευτής, catcher
(baseball) the catcher, who stands behind home plate and is responsible for catching pitches, preventing passed balls, and managing the defense
Παραδείγματα
The opposing team's strategy was to test the backstop's ability to throw out baserunners.
Η στρατηγική της αντίπαλης ομάδας ήταν να δοκιμάσει την ικανότητα του πιάστη να απομακρύνει δρομείς.
to backstop
01
λειτουργώ ως ασφάλεια, ενεργώ ως εγγύηση
act as a backstop
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
backstop
γ΄ ενικό πρόσωπο
backstops
ενεστώτα μετοχή
backstopping
απλός αόριστος
backstopped
παθητική μετοχή
backstopped
Λεξικό Δέντρο
backstop
back
stop



























