Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Playground
01
παιδική χαρά, χώρος παιχνιδιών
a playing area built outdoors for children, particularly inside parks or schools
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
playgrounds
Παραδείγματα
The children spent the afternoon playing at the playground.
Τα παιδιά πέρασαν το απόγευμα παίζοντας στο παιδική χαρά.
02
παιδική χαρά, χώρος παιχνιδιών
a place where a specific group of people go to have fun and enjoy themselves
Λεξικό Δέντρο
playground
play
ground



























