playgoer
play
ˈpleɪ
πλει
goer
gəʊa
γκεουα

Ορισμός και σημασία του "playgoer"στα αγγλικά

01

θεατής θεάτρου, λατρής του θεάτρου

someone who frequently goes to watch plays at a theater 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
playgoers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store