Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to play back
01
αναπαράγω, παίζω ξανά
to listen to or watch something again after recording it
Transitive: to play back sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
back
βασικό ρήμα
play
ενεστώτας
play back
γ΄ ενικό πρόσωπο
plays back
ενεστώτα μετοχή
playing back
απλός αόριστος
played back
παθητική μετοχή
played back
Παραδείγματα
As soon as they finished filming the scene, they played it back to check for any errors.
Μόλις τελείωσαν τη μαγνητοσκόπηση της σκηνής, την έπαιξαν ξανά για να ελέγξουν για τυχόν λάθη.
02
αναπαράγω, αναπολώ
to recall a sequence of events or emotions, often mentally
Transitive: to play back a memory
Παραδείγματα
As she looked at the empty chair across the table, she played back all the meals they had shared there, each memory bittersweet.
Καθώς κοιτούσε την κενή καρέκλα απέναντι, ξαναέπαιξε όλα τα γεύματα που είχαν μοιραστεί εκεί, κάθε ανάμνηση γλυκόπικρη.



























