platonic
pla
plə
plē
to
ˈtɒ
to
nic
nɪk
nik
plutonicplanktonic

Ορισμός και σημασία του "platonic"στα αγγλικά

01

πλατωνικός, σχετικός με τον Πλάτωνα

of or relating to or characteristic of Plato or his philosophy 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

πλατωνικός, ανιδιοτελής

(of a relationship) characterized by emotional closeness without romantic or sexual elements 
Παραδείγματα
They shared a platonic friendship built on mutual respect and understanding. 

Μοιράστηκαν μια πλατωνική φιλία χτισμένη σε αμοιβαίο σεβασμό και κατανόηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store