Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Platitude
01
κλισέ, κοινότοπος
a statement or advice that is no longer effective or interesting because it has been repeated over and over again
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
platitudes
Παραδείγματα
They nodded at every platitude about making sacrifices today for a better tomorrow.
Έγνεψαν σε κάθε κλισέ για το να κάνουν θυσίες σήμερα για ένα καλύτερο αύριο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
platitudinous
platitude



























