Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Platelet
01
αιμοπετάλιο, θρομβοκύτταρο
a small, cell-like structure in the blood that helps in clotting and preventing excessive bleeding
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
platelets
Λεξικό Δέντρο
platelet
plate



























