plastic bag
plas
ˈplɑ:s
plaas
tic
tɪk
tik
bag
bæg
bāg

Ορισμός και σημασία του "plastic bag"στα αγγλικά

01

πλαστική σακούλα, σακούλα πλαστικού

a container that is made of a thin layer of plastic, often used to store or transport various products such as food, clothing, etc. 
plastic bag definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plastic bags
Παραδείγματα
She carried her groceries home in a plastic bag. 

Μετέφερε τα ψώνια της στο σπίτι σε μια πλαστική σακούλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store