Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Plastic
01
πλαστικό
a light substance produced in a chemical process that can be formed into different shapes when heated
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plastics
Παραδείγματα
Many household items, such as containers and toys, are made from plastic.
Πολλά είδη οικιακής χρήσης, όπως δοχεία και παιχνίδια, είναι κατασκευασμένα από πλαστικό.
02
τραπεζική κάρτα, πιστωτική κάρτα
a card issued by a bank or financial institution that guarantees payment to a seller on behalf of the cardholder, typically based on the cardholder's creditworthiness
Παραδείγματα
She paid for the groceries with her plastic.
Πλήρωσε τα ψώνια με την πιστωτική της κάρτα.
plastic
01
πλαστικό, από πλαστικό
made or consisting of plastic, a substance produced in a chemical process
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She carried her groceries in reusable plastic bags to reduce waste.
Μετέφερε τα ψώνια της σε επαναχρησιμοποιήσιμες πλαστικές σακούλες για να μειώσει τα απόβλητα.
02
τεχνητός, ψεύτικος
not seeming real, natural, or genuine
αργκό
Παραδείγματα
Her smile seemed plastic, not reaching her eyes.
Το χαμόγελό της φαινόταν πλαστικό, δεν έφτανε στα μάτια της.
03
πλαστικός, πλαστικό
capable of easily being molded or shaped into taking another form
Παραδείγματα
The plastic material can be molded into various shapes for different uses.
Το πλαστικό υλικό μπορεί να διαμορφωθεί σε διάφορα σχήματα για διαφορετικές χρήσεις.
04
πλαστικός, επηρεάσιμος
easily influenced or adaptable
Παραδείγματα
Children's minds are highly plastic in early years.
Τα μυαλά των παιδιών είναι πολύ πλαστικά στα πρώτα χρόνια.
Λεξικό Δέντρο
microplastic
plasticity
plasticize
plastic
plast



























