plantar
Pronunciation
/plˈæntɚ/

Ορισμός και σημασία του "plantar"στα αγγλικά

01

πλατύς

relating to the underside of the foot, particularly the sole
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Plantar fasciitis is a condition characterized by inflammation of the plantar fascia, causing heel pain.
Η πλαντάρια φακίτιδα είναι μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από φλεγμονή της πλαντάριας φακίας, προκαλώντας πόνο στη φτέρνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store