plankton
plank
ˈplænk
plānk
ton
tən
tēn

Ορισμός και σημασία του "plankton"στα αγγλικά

01

πλαγκτόν, πλαγκτονικοί οργανισμοί

the microscopic organisms floating in the sea or fresh water on which larger animals feed 
plankton definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
plankton

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

planktonic
plankton
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store