planking
plan
ˈplæn
πλαιν
king
kɪng
κινγκ
/plˈæŋkɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "planking"στα αγγλικά

01

η επένδυση με σανίδες, η εργασία της κάλυψης μιας περιοχής με σανίδες

the work of covering an area with planks
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

δάπεδο (κατασκευασμένο από σανίδες, όπως σε πλοίο)

(nautical) a covering or flooring constructed of planks (as on a ship)
03

σανίδες συλλογικά; μια ποσότητα σανίδων, συλλογή σανίδων

planks collectively; a quantity of planks
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store