Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Placenta
01
πλακούντας, λοχεία
an organ in the womb that supplies the baby with nutrients and oxygen during pregnancy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
placentas
Παραδείγματα
The placenta was examined after the birth.
Ο πλακούντας εξετάστηκε μετά τη γέννηση.
02
πλακούντας
that part of the ovary of a flowering plant where the ovules form



























