Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pitchman
01
πλανόδιος πωλητής, γλυκομίλητος πωλητής
someone who travels about selling his wares (as on the streets or at carnivals)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pitchmen
02
επιθετικός πωλητής, φλύαρος
an aggressive salesman who uses a fast line of talk to sell something



























