Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pipeline
01
αγωγός, αγωγός πετρελαίου/αερίου
a system of interconnected pipes used for the transport of liquids, gases, or other substances over long distances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pipelines
02
φήμη, κουτσομπολιό
gossip spread by spoken communication
Λεξικό Δέντρο
pipeline
pipe
line



























