Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pipe down
01
ησυχάζω, σιωπώ
to stop talking or making noise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
pipe
ενεστώτας
pipe down
γ΄ ενικό πρόσωπο
pipes down
ενεστώτα μετοχή
piping down
απλός αόριστος
piped down
παθητική μετοχή
piped down
Παραδείγματα
Whenever the teacher enters, the students usually pipe down.
Κάθε φορά που μπαίνει ο δάσκαλος, οι μαθητές συνήθως ησυχάζουν.
02
ηρεμώ, κάνω να σωπάσει
to cause someone or something to become quiet
Παραδείγματα
The teacher tried to pipe down the noisy classroom by turning off the lights momentarily.
Ο δάσκαλος προσπάθησε να ηρεμήσει το θορυβώδες σχολικό τμήμα σβήνοντας τα φώτα προσωρινά.



























