pinkeye
pink
ˈpɪnk
πινκ
eye
αι
pinkypinkopinkie

Ορισμός και σημασία του "pinkeye"στα αγγλικά

01

επισκληρίτιδα, ροζ μάτι

an inflammation of the outer membrane of the eye and inner eyelid, causing redness and discomfort 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The doctor prescribed antibiotic eye drops to treat Mark's bacterial pinkeye. 

Ο γιατρός συνέταξε αντιβιοτικά σταγόνες για τα μάτια για τη θεραπεία της βακτηριακής επισκληρίτιδας του Μαρκ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

pinkeye

pink

+

eye

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store