pimple
pim
ˈpɪm
pim
ple
pəl
pēl
simplewimpledimple

Ορισμός και σημασία του "pimple"στα αγγλικά

01

σπυρί, ακμή

a small red swelling on the skin, especially on the face 
pimple definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pimples
02

μηδενικό, μηδέν

a person considered insignificant, ugly, or socially awkward 
pimple definition and meaning
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Nobody cared about his opinion; he was just a pimple. 

Κανείς δεν ενδιαφερόταν για τη γνώμη του· ήταν απλώς ένα σπυράκι.

Λεξικό Δέντρο

pimply
pimple
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store