Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pimple
01
σπυρί, ακμή
a small red swelling on the skin, especially on the face
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pimples
02
μηδενικό, μηδέν
a person considered insignificant, ugly, or socially awkward
disapproving
informal
Παραδείγματα
That pimple tried to boss everyone around and failed.
Αυτό το σπυράκι προσπάθησε να διοικεί όλους και απέτυχε.
Λεξικό Δέντρο
pimply
pimple



























