Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pimpernel
01
πιμπερνέλ, αγριοραδίκι
European garden herb with purple-tinged flowers and leaves that are sometimes used for salads
02
αναγάλλις, ανάγαλλις
any of several plants of the genus Anagallis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pimpernels



























