pillock
pi
ˈpɪ
πι
llock
lək
λακ
pollock

Ορισμός και σημασία του "pillock"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a stupid or foolish person 
Dialectbritish flagBritish
pillock definition and meaning
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pillocks
Παραδείγματα
You absolute pillock, you've gone and left the tickets at home again. 

Pillock απόλυτο, έχεις πάει και έχεις αφήσει ξανά τα εισιτήρια στο σπίτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store