pigskin
pig
ˈpɪg
pig
skin
skɪn
skin

Ορισμός και σημασία του "pigskin"στα αγγλικά

01

δερμα χοίρου, δέρμα γουρουνιού

leather from the skin of swine 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02

μπάλα ποδοσφαίρου, δέρμα χοίρου

a football, typically made from leather 
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He threw the pigskin across the field. 

Έριξε το ποδόσφαιρο πέρα από το γήπεδο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

pigskin

pig

+

skin

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store