piglet
pig
ˈpɪg
pig
let
lɪt
lit
piolet

Ορισμός και σημασία του "piglet"στα αγγλικά

01

γουρουνάκι, χοίρος μικρός

a small young pig 
piglet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
piglets

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

piglet
pig
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store