Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Piglet
01
γουρουνάκι, χοίρος μικρός
a small young pig
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
piglets
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
piglet
pig



























