Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pig
01
γουρούνι, χοίρος
a farm animal that has short legs, a curly tail, and a fat body, typically raised for its meat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pigs
Παραδείγματα
The pig's snout is long and used for digging.
Ο γουρούνι έχει μακρύ ρύγχος και το χρησιμοποιεί για να σκάβει.
02
γουρούνι, χοίρος
uncomplimentary terms for a policeman
03
γουρούνι, βρωμιάρης
an unattractive, unpleasant, or gross person
Offensive
Slang
Παραδείγματα
After seeing how he treated the waiter, she told him he was a selfish pig.
Αφού είδε πώς φερόταν στον σερβιτόρο, του είπε ότι είναι ένας εγωιστικός γουρούνι.
04
ράβδος, άκαυστο μεταλλικό μπλοκ
a crude block of metal (lead or iron) poured from a smelting furnace
05
καλούπι χύτευσης, καλούπι χυτοσιδήρου
mold consisting of a bed of sand in which pig iron is cast
06
γουρούνι, άπληστος
a person regarded as greedy and pig-like
to pig
01
καταβροχθίζω, τρώω αδηφάγος
to eat a lot and quickly, often in a greedy or indulgent way
Παραδείγματα
Unable to resist the tempting aroma, they began to pig on the freshly baked cookies.
Δεν μπορούσαν να αντισταθούν στον δελεαστικό άρωμα, άρχισαν να τρώνε αδηφάγα τα φρεσκοψημένα μπισκότα.
02
γεννώ, κουβαλώ
give birth to (piglets)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pig
γ΄ ενικό πρόσωπο
pigs
ενεστώτα μετοχή
pigging
απλός αόριστος
pigged
παθητική μετοχή
pigged
03
ζω σαν γουρούνι, ζω στη βρωμιά
live like a pig, in squalor
Λεξικό Δέντρο
piggery
piggish
piggy
pig



























