Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pick at
01
ψάχνω για λάθη, κριτικάρω για μικροπράγματα
to frequently criticize someone about small issues
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
at
βασικό ρήμα
pick
ενεστώτας
pick at
γ΄ ενικό πρόσωπο
picks at
ενεστώτα μετοχή
picking at
απλός αόριστος
picked at
παθητική μετοχή
picked at
Παραδείγματα
Management picked at the proposal, demanding countless revisions.
Η διοίκηση σχολίασε την πρόταση, απαιτώντας αμέτρητες αναθεωρήσεις.
02
παίζω επανειλημμένα, τραβώ
to touch or tug on something repeatedly
Παραδείγματα
The cat curiously picked at the toy with its paw.
Η γάτα άγγιξε περίεργα το παιχνίδι με το πόδι της.
03
τσιμπάω λίγο, τρώω χωρίς όρεξη
to eat only a small amount of food
Παραδείγματα
She 's been picking at her meals ever since she started that diet.
Αυτή τσιμπολογάει τα γεύματά της από τότε που άρχισε αυτή τη δίαιτα.



























