to pick at
pick
pɪk
pik
at
æt
āt

Ορισμός και σημασία του "pick at"στα αγγλικά

to pick at
01

ψάχνω για λάθη, κριτικάρω για μικροπράγματα

to frequently criticize someone about small issues 
to pick at definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
at
βασικό ρήμα
pick
ενεστώτας
pick at
γ΄ ενικό πρόσωπο
picks at
ενεστώτα μετοχή
picking at
απλός αόριστος
picked at
παθητική μετοχή
picked at
Παραδείγματα
Critics always seem to pick at her performances no matter how well she does. 

Οι κριτικοί φαίνεται να επιτιθενται πάντα στις παραστάσεις της, ανεξάρτητα από το πόσο καλά τα πάει.

02

παίζω επανειλημμένα, τραβώ

to touch or tug on something repeatedly 
Παραδείγματα
It's not good to pick at scabs; it might lead to scars. 

Δεν είναι καλό να παίζεις με τις πληγές· μπορεί να οδηγήσει σε ουλές.

03

τσιμπάω λίγο, τρώω χωρίς όρεξη

to eat only a small amount of food 
Παραδείγματα
She just picked at her food during dinner, claiming she wasn't hungry. 

Απλώς τσόγγισε το φαγητό της κατά το δείπνο, ισχυριζόμενη ότι δεν πεινούσε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store