piccolo
pi
ˈpɪ
πι
cco
κα
lo
ləʊ
λεου

Ορισμός και σημασία του "piccolo"στα αγγλικά

01

πικκόλο, μικρό φλάουτο

the smallest member of the flute family that plays higher notes than the ordinary flute 
piccolo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
piccolos
Παραδείγματα
The orchestra's performance was enhanced by the bright and piercing sound of the piccolo. 

Η απόδοση της ορχήστρας ενισχύθηκε από τον λαμπερό και διαπεραστικό ήχο του πίκολο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store