Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
physical
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He experienced physical exhaustion after completing the marathon.
Βίωσε σωματική εξάντληση μετά την ολοκλήρωση του μαραθώνιου.
02
φυσικός
involving or concerning the study of energy, force, matter, heat, etc.
Παραδείγματα
The university offers a physical science program that covers topics such as physics, chemistry, and astronomy.
Το πανεπιστήμιο προσφέρει ένα πρόγραμμα φυσικών επιστημών που καλύπτει θέματα όπως η φυσική, η χημεία και η αστρονομία.
Παραδείγματα
The artwork had a physical quality that made it feel more alive than just a digital image.
Το έργο τέχνης είχε μια φυσική ποιότητα που το έκανε να φαίνεται πιο ζωντανό από μια απλή ψηφιακή εικόνα.
04
φυσικός, υλικός
according with material things or natural laws (other than those peculiar to living matter)
05
σωματικός, ενεργητικός
characterized by energetic bodily activity
06
φυσικός, υλικός
impelled by physical force especially against resistance
07
φυσικός, υλικός
concerned with material things
Physical
01
σωματική εξέταση, έλεγχος υγείας
a complete examination of someone's health
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
physicals
Λεξικό Δέντρο
nonphysical
physicality
physically
physical
physic
phys



























