phonic
pho
ˈfɒ
fo
nic
nɪk
nik
photicphobic

Ορισμός και σημασία του "phonic"στα αγγλικά

01

φωνικός, σχετικός με τη φωνική μέθοδο

pertaining to the phonic method of teaching reading 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
education, linguistics, reading
02

φωνητικός, σχετικός με φωνητικούς ήχους

related to vocal sounds in a linguistic context 
03

φωνητικός, σχετικός με την ομιλία

relating to speech 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

biphonic
monophonic
phonic
phon
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store