phoner
pho
ˈfoʊ
φου
ner
nər
ναρ
/fˈəʊnə/

Ορισμός και σημασία του "phoner"στα αγγλικά

01

καλών, πρόσωπο που κάνει μια τηλεφωνική κλήση

the person initiating a telephone call
phoner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
phoners
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store