Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Phoenix
01
φοίνικας, πουλί φοίνικας
a fictional, often large bird with a long life that is reborn through fire and its own ashes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
phoenixes
Παραδείγματα
The phoenix is often depicted as a symbol of resurrection and immortality.
Ο φοίνικας συχνά απεικονίζεται ως σύμβολο της ανάστασης και της αθανασίας.
02
φοίνικας, αναγέννηση
someone or something that is revived or restored after apparent destruction or failure
Παραδείγματα
After losing everything in the fire, she became a phoenix, rebuilding her life stronger than before.
Αφού έχασε τα πάντα στη φωτιά, έγινε ένας φοίνικας, ξαναχτίζοντας τη ζωή της πιο δυνατή από πριν.



























