Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Philistine
01
φιλισταίος, αγροίκος
a person who is uninterested in intellectual pursuits
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
philistines
philistine
01
φιλισταϊκός, αμόρφωτος
not being interested, fond, or understanding of serious works of music, art, literature, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most philistine
συγκριτικός βαθμός
more philistine
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The gallery 's attempt to engage a philistine audience with pop art was unsuccessful.
Η προσπάθεια της γκαλερί να εμπλέξει ένα φιλίστειο κοινό με την ποπ τέχνη δεν ήταν επιτυχής.
Λεξικό Δέντρο
philistinism
philistine



























