Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to phase out
01
σταδιακά κατάργηση, σταδιακή διακοπή
to gradually stop using, producing, or providing something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
phase
ενεστώτας
phase out
γ΄ ενικό πρόσωπο
phases out
ενεστώτα μετοχή
phasing out
απλός αόριστος
phased out
παθητική μετοχή
phased out
Παραδείγματα
The manufacturer decided to phase the product out due to decreasing sales.
Ο κατασκευαστής αποφάσισε να σταματήσει σταδιακά το προϊόν λόγω πτώσης των πωλήσεων.



























